Home

Κλασσικά Εικονογραφημένα
Το Simson του Κώστα Τσάκωνα

 

Κλασσική περίπτωση βλάβης και η μεγάλη απόφραξη

Από την εποχή της βιντεοκασέτας, άλλο ένα cult χαρακτηριστικό της δεκαετίας του ‘80, ξεχωρίζουν αδιαμφισβήτητα οι δύο ταινίες που είχε πρωταγωνιστήσει δίνοντας ρέστα  ο Κώστας Τσάκωνας. Στις περίπου δυόμισι ώρες που διαρκούν οι δύο βιντεοκασέτες, κοντεύει – μαζί με τον Τάσο Κωστή – να ισοπεδώσει όλο το Λεκανοπέδιο. Εδώ το ενδιαφέρον μας θα στραφεί στη δεύτερη ταινία της σειράς, παραγωγής 1988, και θα σταθούμε ιδιαίτερα στο πορτοκαλί μηχανάκι που χρησιμοποιούσε ο μάστορας. Με αυτό μάλιστα ρυμουλκούσε ακόμα και τη μεγαλόσωμη σύζυγό του, την οποία ενσάρκωνε η Ευαγγελία Σαμιωτάκη.

 

 

 
Ένα Simson S51 σε αυθεντική κατάσταση.

 

Λαϊκό Εργοστάσιο κυνηγετικών όπλων και οχημάτων «Ερνστ Τέλμανς»

Ο Κώστας Τσάκωνας είχε πάει ως μετανάστης στη Δυτική Γερμανία, αλλά μάλλον ποτέ δεν θα βρέθηκε στην πόλη Suhl της Θουριγγίας, η οποία βρισκόταν στην Ανατολική Γερμανία και κατασκεύαζε – μεταξύ άλλων – και το εν λόγω πορτοκαλί μηχανάκι. Αυτό δεν ήταν άλλο από το Simson S51. Στην πόλη αυτή ανθούσε παραδοσιακά η κατεργασία σιδήρου, η οποία αργότερα εξελίχτηκε σε παραγωγή διάφορων προϊόντων από μέταλλο, όπως αυτοκινήτων και όπλων.
Κατά την περίοδο της Λαοκρατικής Γερμανίας, και στο πλαίσιο της κεντρικά οργανωμένης οικονομίας, η παραγωγή αυτοκινήτων μεταφέρθηκε κυρίως στις πόλεις  Karl-Marx-Stadt (σήμερα Chemnitz), Eisenach και Zwickau, ενώ η παραγωγή διτρόχων στο Zchopau (MZ) και στο Suhl, όπου τη δεκαετία του ‘50 κατασκευάστηκε το πρώτο μοτοποδήλατο.
Μετά το τέλος του πολέμου, η ευρωπαϊκή παραγωγή μοτοποδηλάτων και μοτοσικλετών 50 κ.εκ. γνώρισε μεγάλη άνθηση επί 30 σχεδόν χρόνια. Τα ελαφρά αυτά δίτροχα κάλυπταν στην αρχή τις στοιχειώδεις ανάγκες μετακίνησης σε μία υπό ανοικοδόμηση ήπειρο. Στη συνέχεια, υιοθετήθηκαν από τους έφηβους που δεν μπορούσαν (ακόμα) να οδηγήσουν μοτοσικλέτες μεγαλύτερου κυβισμού. Η Simson δεν αντιμετώπιζε, βέβαια, τον ανταγωνισμό από τις εταιρείες Kreidler και Zuendapp, που προέρχονταν από την «άλλη» Γερμανία. Είχε όμως ανταγωνισμό από τις εταιρείες του Ανατολικού Μπλοκ, όπως η Jawa 50, η Komar η Balkan και η Werchowina από την Τσεχοσλοβακία, την Πολωνία, τη Βουλγαρία και την Σ. Ένωση.
Η πρώτη μεγάλη επιτυχία της Simson ήταν το Schwalbe (χελιδόνι), ένα σκούτερ με κινητήρα 50 κ.εκ. Η αξιοπιστία του μοντέλου είναι τέτοια που τα περισσότερα κυκλοφορούνε μέχρι σήμερα, ενώ υπάρχει και ηλεκτρική έκδοση – αντίγραφο του αυθεντικού.
Το 1975 παρουσιάστηκε μία νέα σχεδίαση με τον κωδικό S50. Ακολουθούσε, με κάποια καθυστέρηση, τις νέες τάσεις σχεδίασης, καθώς η σέλα και η δεξαμενή καυσίμων ήταν πιά ενωμένα, κάνοντας το δίτροχο να μοιάζει με μοτοσικλέτα και όχι με σκούτερ. Ο δίχρονος, μονοκύλινδρος κινητήρας ήταν βιδωμένος στο σωληνωτό μονό πλαίσιο, είχε χωρητικότητα 50 κ.εκ και απόδοση 2,6 ίππων. Ανέπτυσσε τελική ταχύτητα 60 χλμ/ω για να επιτρέπεται η οδήγησή του και από εφήβους. Είχε ακτινωτές ζάντες και τα φρένα ήταν τύμπανα εμπρός και πίσω. Η οπίσθια ανάρτηση ήταν συμβατική, με δύο μπουκάλες, ενώ εμπρός διέθετε τηλεσκοπικό πιρούνι, όπως  όλα τα  δίτροχα της εποχής, και όχι τύπου leading link, όπως είχε το Schwalbe. Η μετάδοση γινόταν με αλυσίδα και το κιβώτιο διέθετε τρεις ταχύτητες.  

 

 

 
Σήμερα κυκλοφορούν πολλά S51 με πολλές μετατροπές όπως αυτό το Enduro που έχει δισκόφρενα.

 

Simson S51 και τα ελληνικά eighties

Ενώ ο ανταγωνισμός στη Δύση ήταν παρελθόν μετά την παγκόσμια κυριαρχία των Ιαπώνων, την ώρα που οι παραδοσιακές ευρωπαϊκές εταιρείες είχαν (σχεδόν) όλες χρεοκοπήσει ήδη από τα τέλη του ‘70, οι κλειστές οικονομίες του Ανατολικού Μπλοκ όχι μόνο προστάτευσαν την εγχώρια παραγωγή, αλλά μέσω των εξαγωγών σε χώρες που υπήρχαν μεγάλοι δασμοί –όπως η Ελλάδα–  έφεραν μία πρόσκαιρη «άνοιξη» στη Simson κι ένα φιλί της ζωής στις παραπαίουσες εταιρείες αυτοκινήτων Wartburg και Trabant.
Όσοι είναι μεγαλύτεροι θα θυμούνται ότι η ελληνική αγορά προτιμούσε, λόγω των χαμηλών τιμών, τα προϊόντα από τις χώρες αυτές, από μοτοποδήλατα μέχρι τα λεωφορεία Ikarus και Chevdar που χρησιμοποιούσε η ΕΑΣ στην Αθήνα.
Το S51 παρουσιάστηκε το 1980 κι έμεινε στην παραγωγή μέχρι το 1990. Ήταν εξέλιξη του S50 με κύρια διαφορά την απόδοση, η οποία ανέβηκε στους 3,7 ίππους, και το κιβώτιο 4 σχέσεων. Υπήρχαν και αισθητικές μικροδιαφορές, όπως το σχήμα της δεξαμενής καυσίμων ή τα ελαστικά καλύμματα του εμπρόσθιου πιρουνιού. Κατασκευάστηκε σε διάφορες εκδόσεις, όπως πχ  enduro, με την εξάτμιση να είναι τοποθετημένη ψηλά. Στην Ελλάδα σημείωσε μεγάλη εμπορική επιτυχία, καλύπτοντας σχεδόν εξ ολοκλήρου τις ανάγκες επαγγελματιών, αλλά όχι και των νέων, οι οποίοι προτιμούσαν τα πιο σύγχρονα μοντέλα από την Ιαπωνία. Ήταν διαθέσιμο συνήθως σε 5 έντονα  χρώματα, πράσινο, πορτοκαλί, κόκκινο, μπλε και κίτρινο.
Η αξιοπιστία του διτρόχου ήταν εξαιρετική και εκτιμήθηκε δεόντως, αφού η σειρά S50-51 αποτελεί την πιο επιτυχημένη σειρά μικρών μοτοσικλετών και στις δύο Γερμανίες, με 1,5 εκατομμύριο κατασκευασμένες μονάδες. Το να έχεις περάσει σε παραγωγή τη «Φλορέτα» δεν είναι και μικρό επίτευγμα...  

Mετά την πτώση του τείχους

Η Simson είχε παρόμοια τύχη με την Κreidler και την  Zündapp. Μετά το 1990 συνέχισε να κατασκευάζει δίτροχα, αλλά μη μπορώντας να αντέξει τον ανταγωνισμό έκλεισε το 2003. Σήμερα, στη Γερμανία κυκλοφορούν χιλιάδες Simson, ενώ κάποιοι έχουν ενώσει δύο κινητήρες μαζί κατασκευάζοντας custom δικύλινδρα Simson 100.
Ας κλείσουμε με μία ιστορία πίσω στο 1986. Κάποιος γείτονας ιδιοκτήτης ενός Simson S51 είχε ένα διακοσμητικό κράνος κρεμασμένο στην μοτοσικλέτα του για να περνάει από τους ελέγχους τις Τροχαίας. Όταν έβρεχε, το κράνος γέμιζε νερά σαν κανάτι. Εμείς –μικρά ζιζάνια της γειτονιάς– σπεύδαμε να το αδειάσουμε, βάζοντας στοίχημα πόσο νερό είχε μαζευτεί. Σε μία περίπτωση λασποβροχής, από το κράνος αδειάσαμε νερό με χώμα. Κλασσική περίπτωση βλάβης... που θα έλεγε και ο μάστρο Τρύφωνας!